Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

O Νόμος 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, όπως τροποποιήθηκε από τους ν. 3996/2011 και ν. 4019/2011, έχει ήδη εφαρμοστεί για χιλιάδες δανειολήπτες σε όλη την Ελλάδα, για τους οποίους τα Ειρηνοδικεία εφαρμόζοντας τις διατάξεις του, προέβησαν στην έκδοση εξαιρετικά ευνοϊκών αποφάσεων για την ρύθμιση των οφειλών τους ή ακόμα και την απαλλαγή τους για μέρος από αυτές.
            Πρόκειται για το ελληνικό δίκαιο της αστικής αφερεγγυότητας που έρχεται να δώσει λύση σε όσους αντιμετωπίζουν ουσιαστική αδυναμία να εξυπηρετήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις.
            1. Ποιος μπορεί να ενταχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010;
Κάθε φυσικό πρόσωπο, ιδιώτης ή επαγγελματίας αρκεί να μην είναι έμπορος. Όσοι έχουν την εμπορική ιδιότητα υπάγονται αποκλειστικά στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και όχι σε αυτές του ν. 3869/2010.  
            Το πρόσωπο που υπάγεται στη διαδικασία πρέπει να έχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, στην οποία να έχει περιέλθει χωρίς δόλο.
            2. Πότε κάποιος είναι έμπορος;
Έμπορος είναι κάποιος που κατά σύνηθες επάγγελμα ασκεί εμπορικές πράξεις και έχει την εμπορία σαν κύριο επάγγελμα. Έμποροι δεν είναι όσοι ασκούν μικροεμπορία (π.χ. ψιλικατζής, οδηγός ταξί, ηλεκτρολόγος, υδραυλικός, κτηνοτρόφος, δασοκόμος, ψαράς κ.λπ.) γιατί η εργασία τους στηρίζεται περισσότερο στην σωματική τους καταπόνηση και την άσκηση χειρωνακτικής εργασίας παρά στην εμπορία.  Έμπορος είναι και ο ομόρρυθμος εταίρος εμπορικής Ο.Ε. ή Ε.Ε., όχι όμως και όποιος κατέχει μερίδιο σε ΕΠΕ ή  μετοχές σε Α.Ε. (πλην του μεγαλομετόχου της). Πάντως, ορθό είναι η κατοχή ή όχι εμπορικής ιδιότητας να κρίνεται περιπτωσιολογικά.
            3. Πόσες φορές μπορεί κάποιος να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010;
Η ρύθμιση του ν. 3869/2010 είναι προσωποπαγής και το κάθε πρόσωπο μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση μόνο μία φορά στη ζωή του. 
           Συνέχεια στο www.vaonakis.gr

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΗ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΜΕ ΠΛΟΙΟ

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου μεγάλο μέρος των ταξιδιών πραγματοποιούνται με τη χρήση της ακτοπλοϊας, καθίσταται επιτακτική ανάγκη οι επιβάτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους, προκειμένου αυτά να μην καταπατώνται. Στο συγκεκριμένο άρθρο παρατίθενται τα πιο σημαντικά.
Καταρχήν, όλοι οι όροι που αναγράφονται στο πίσω μέρος των εισιτηρίων πρέπει να είναι εγκεκριμένοι από το Υπουργείο Θαλασσίων Υποθέσεων (πρώην Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας).
Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο κάποιος επιβάτης δεν ταξιδέψει από δική του υπαιτιότητα δικαιούται, αν προβεί εγκαίρως στην ακύρωση του εισιτηρίου του, επιστροφή του 50% της αξίας του, ενώ αν η ακύρωση δεν γίνει έγκαιρα, δεν δικαιούται επιστροφή.
Στο κυλικείο του πλοίου πρέπει να διατίθενται υποχρεωτικά τα είδη που ορίζονται ως είδη διατίμησης στις τιμές που ορίζονται ως τέτοια από τις οικείες αγορανομικές διατάξεις (καφές, νερό, τσάι, τοστ κ.λπ.), τα οποία διατίθενται σε όρθιους επιβάτες. Παράλληλα, για όλα τα είδη που διατίθενται στο πλοίο πρέπει να υπάρχουν σε ορατά σημεία του πλοίου εμφανείς τιμοκατάλογοι.
Σε περίπτωση που υποστούν φθορά ή απώλεια τα προσωπικά αντικείμενα του επιβάτη που έχουν δοθεί προς φύλαξη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο τότε γεννάται αξίωση για αποζημίωση με αξία ίση με αυτή που έχει δηλωθεί με ανώτατο όριο 733,67€ ανά αποσκευή ή δέμα. Όταν οι επιβάτες φέρουν πολύτιμα αντικέιμενα μαζί τους, αυτά δίδονται για φύλαξη στο λογιστήριο του πλοίου και αν αυτά υποστούν φθορά ή απώλεια, τότε και πάλι γεννάται αξίωση για ίση αποζημίωση προς τη φθορά ή την απώλεια.
Τα οχήματα εισέρχονται και εξέρχονται των πλοίων με ευθύνη των ιδιοκτητών τους επιβατών. Αν παρόλα αυτά το όχημα υποστεί ζημιά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από κακό χειρισμό του πλοιάρχου, τότε ο επιβάτης δικαιούται αποζημίωση από την πλοιοκτήτρια εταιρία.
Σε περίπτωση διπλοκράτησης καμπίνας ή υπεράριθμων επιβατών, οι επιβάτες θα πρέπει να απευθύνονται αμέσως στην αρμόδια λιμενική αρχή.
Αν το πλοίο καθυστερεί τον απόπλου ή αν ματαιωθεί το ταξίδι, ο επιβάτης δικαιούται να υπαναχωρήσει, δηλαδή να ακυρώσει το εισιτήριό του με επιστροφή όλου του αντιτίμου.
Σε περίπτωση κατά την οποία το πλοίο καθυστερεί υπερβολικά να αποπλεύσει, τα έξοδα διαμονής και διατροφής των επιβατών για όλο το διάστημα της καθυστέρησης, αν οι τελευταίοι δεν υπαναχωρήσουν, βαρύνουν την πλοιοκτήτρια εταιρία.
Τα παραπάνω αποτελούν τα βασικότερα δικαιώματα του επιβάτη ακτοπλοϊκών μέσων και είναι απαραίτητο να τα γνωρίζει. Αν υποπέσει στην αντίληψή του φαινόμενο μη τήρησης κάποιου από τα παραπάνω, θα πρέπει να απευθύνεται στις αρμόδιες λιμενικές αρχές.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟΙ ΟΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΡΙΘΕΙ ΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ Ή ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΙ

Στα πλαίσια των συναλλαγών τους με τους καταναλωτές τραπεζικών προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα δημιουργούν κάποιους επαχθείς για τους καταναλωτές όρους, οι οποίοι συχνά κρίνονται από το νομοθέτη ή τη νομολογία (δηλαδή τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις) ως παράνομοι ή και καταχρηστικοί, με αποτέλεσμα να παύουν πλέον να λειτουργούν δεσμευτικά για τον καταναλωτή. Ωστόσο, η έλλειψη ενημέρωσης του τελευταίου λειτουργεί συχνότατα ως τροχοπέδη για την εδραίωση των σχετικών διακαιωμάτων. Γι΄ αυτό κρίνεται σκόπιμο, αν όχι επιτακτικό, ο καταναλωτής να γνωρίζει τους σπουδαιότερους όρους τραπεζών, αν όχι το σύνολό τους, που έχουν κριθεί ως παράνομοι ή και καταχρηστικοί. Έτσι, οι σπουδαιότεροι τέτοιοι όροι είναι:
1. Η προμήθεια κατά την ανάληψη μετρητών με πιστωτική κάρτα.
2. Η χρέωση με έξοδα φακέλου για την έκδοση στεγαστικού δανείου.
3. Η επιβολή ποινής πρόωρης εξόφλησης (penalty) στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Συνέχεια στο www.vaonakis.gr

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

ΑΓΟΡΕΣ ΜΕΣΩ INTERNET: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ;

Σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου όλα κινούνται με ρυθμούς ραγδαίους και οι παραδοσιακές συνήθειες υπερακοντίζονται από νέες, προσαρμοσμένες στα κελεύσματα της εποχής, κανένας τομέας δε μένει ανεπηρέαστος. Έτσι, και η η αγορά επηρεάζεται, γεννώνται νέες μέθοδοι ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών, κυριότερη των οποίων είναι η αγορές μέσω του διαδικτύου, που αυξάνει με καλπάζοντες ρυθμούς. Σε μια τέτοια συγκυρία, ξεπροβάλλει επιτακτικότερη η ανάγκη ύπαρξης επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου που θα επαγρυπνά τους καταναλωτές και θα τους προστατεύει κατά την πλοήγησή τους στις ηλεκτρονικές αγορές από τις μικρές "νάρκες" που ενδεχομένως ελλοχεύουν στην ιδιάζουσα αυτή σύγχρονη συνήθεια.
   Ο νόμος 2251/1994, όπως συμπληρώθηκε με το νόμο 3587/2007 αποτελεί ένα από τα αυστηρότερα νομοθετήματα προστασίας του Καταναλωτή μεταξύ των κρατώνμελών της ΕυρωπαΪκής Ένωσης. Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο, ο καταναλωτής αριθμεί ένα εύρος δικαιωμάτων, τα οποία είναι απαραίτητο να γνωρίζει αλλά και ένα πλήθος ζητημάτων, κυρίως νομικών αλλά όχι μόνο, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν και να αποφεύγει. Ας επισημάνουμε τα κυριότερα:
  1. Ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώνει τον καταναλωτή, άλλως είναι άκυρη η σύμβαση, σχετικά με την ταυτότητα και τη διεύθυνση του προμηθευτή, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προϊόντος, την τιμή, την ποσότητα, τις δαπάνες μεταφοράς και τον ΦΠΑ, τον τρόπο πληρωμής και παράδοσης, την ακριβή διάρκεια ισχύος της εκάστοτε ενδεχομένως προσφοράς, το δικαίωμα υπαναχώρησης και το ενδεχόμενο ύπαρξης κόστους για τη χρήση της υπηρεσίας μέσω διαδικτύου.
  2. Απαγορεύεται να αποστέλλονται ή να παρέχονται στον καταναλωτή αγαθά ή υπηρεσίες, αντίστοιχα, χωρίς προηγούμενη σχετική παραγγελία του, εφόσον αυτός καλείται για την απόκτησή τους  έναντι καταβολής τιμήματος ή για την επιστροφή τους, ακόμη και όταν δεν καταβάλλει τις δαπάνες αποστολής. Σε περίπτωση που αποστέλλονται αγαθά ή παρέχονται υπηρεσίες κατά το προηγούμενο εδάφιο,  ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να διαθέτει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες κατά την κρίση του, χωρίς να οφείλει οποιοδήποτε τίμημα, απαλλασσόμενος  και από την υποχρέωση φύλαξης ή και επιστροφής των αγαθών. Η μη  απάντηση του καταναλωτή σε περίπτωση αποστολής αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που δεν παραγγέλθηκαν δεν συνιστά συναίνεση ή σιωπηρή αποδοχή της σχετικής συναλλαγής εκ μέρους του.
  3. Απαγορεύεται η είσπραξη όλου ή μέρους του τιμήματος, ακόμη και με μορφή αρραβώνα, εγγύησης, έκδοσης ή αποδοχής αξιόγραφων ή άλλη μορφή, πριν από την παράδοση του προϊόντος ή την παροχή της υπηρεσίας. Πρόκειται για μια διάταξη που μας γεμίζει ερωτηματικά, καθώς όλοι χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο, αν κάνουμε για την πληρωμή μας χρήση πιστωτικής κάρτας, γνωρίζουμε ότι η σχετική χρέωση λαμβάνει χώρα κατά τη στιγμή της εισαγωγής των στοιχείων της κάρτας ή έστω λίγα λεπτά μετά, και σε κάθε περίπτωση πριν πάρουμε το προϊόν στα χέρια μας.
Με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων, ο προμηθευτής οφείλει να εκπληρώσει την παροχή της σύμβασης  το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από τη διαβίβαση σε αυτόν της παραγγελίας του καταναλωτή. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή,  ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης.
4.  Η σύμβαση από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, εάν αυτός δεν λάβει, σε εύθετο χρόνο, κατά την εκτέλεσή της και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης των αγαθών, τα οποία δεν πρόκειται να παραδοθούν σε τρίτους,  εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο κατά την έννοια της περίπτωσης  στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 4α, στο οποίο ο καταναλωτής έχει πρόσβαση, και στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην πρόταση σύναψης σύμβασης, τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:
α)       τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού,
β)       την επωνυμία και τη διεύθυνση του πιο προσιτού για τον καταναλωτή καταστήματος του προμηθευτή, όπου ο καταναλωτής μπορεί να απευθύνεται για την επισκευή του προϊόντος
γ)       τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, περιλαμβανομένων των όρων πίστωσης ή πληρωμής με δόσεις, καθώς και τους όρους εξασφάλισης,
δ) τους όρους και τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με την παράγραφο10 και, σε χωριστό έντυπο ή ηλεκτρονικό έγγραφο, υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης. Ο καταναλωτής δικαιούται κατά τον χρόνο ισχύος της  σύμβασης,  κατόπιν αιτήματός του, να λαμβάνει εγγράφως τις πληροφορίες αυτές.
ε)       πληροφορίες σχετικές με την εξυπηρέτηση μετά την πώληση και τις υφιστάμενες εμπορικές εγγυήσεις και
στ) τους όρους καταγγελίας της σύμβασης, όταν πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης του ενός έτους.

5. Σε κάθε σύμβαση από απόσταση ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει αναιτιολογήτως εντός δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών, αν δεν συμφωνήθηκε μεγαλύτερη προθεσμία, επιστρέφοντας το αγαθό στην αρχική του κατάσταση, χωρίς να επιβαρύνεται με οποιαδήποτε δαπάνη, εκτός από τα έξοδα επιστροφής.
Για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει, για τα αγαθά, από την παραλαβή τους, εφόσον ο προμηθευτής τήρησε τις υποχρεώσεις της προηγούμενης παραγράφου και, για τις υπηρεσίες από την λήψη των πληροφοριών, είτε με έγγραφα είτε με σταθερά μέσα, που ενημερώνουν τον καταναλωτή ότι έχει συναφθεί η σύμβαση σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο.
Αν ο προμηθευτής δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, η προθεσμία υπαναχώρησης είναι τρίμηνη. Στην περίπτωση προμήθειας αγαθών, εάν εντός της τρίμηνης προθεσμίας που αρχίζει από την παραλαβή του αγαθού από τον καταναλωτή, αυτός λάβει τις πληροφορίες, είτε από τα έγγραφα ή από τα σταθερά μέσα, που τον ενημερώνουν για τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, θεραπεύεται η ακυρότητα της σύμβασης και αρχίζει, από τη λήψη των πληροφοριών αυτών, νέα προθεσμία υπαναχώρησης δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών. Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από τον καταναλωτή κατά τα ανωτέρω, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά που του κατέβαλε ο  καταναλωτής εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών.
Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, κοινοποιεί το γεγονός αυτό εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο το οποίο τίθεται στη διάθεση του αποδέκτη και στο οποίο ο αποδέκτης έχει πρόσβαση.

6. Η χρησιμοποίηση των τεχνικών επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.

7. Κατά την πώληση, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώνει τον καταναλωτή για την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος. Πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος είναι ο εύλογα αναμενόμενος χρόνος κατά τον οποίο το προϊόν θα μπορεί να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, έστω και έπειτα από επισκευή ή αντικατάσταση ανταλλακτικών, εωσότου η φθορά από την τακτική χρήση καταστήσει το προϊόν άχρηστο ή την περαιτέρω χρήση του οικονομικά ασύμφορη. Η διάρκεια της εγγύησης πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος. Ειδικά για τα προϊόντα τεχνολογίας αιχμής, η διάρκεια της εγγύησης πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο αναμένεται ότι θα παραμένουν σύγχρονα από τεχνολογική άποψη, αν ο χρόνος αυτός είναι συντομότερος από την πιθανή διάρκεια ζωής τους. (άρθρο 5(2),(3) «Πώληση καταναλωτικών αγαθών και εγγυήσεις» του Νόμου 2251/1994 «Για την προστασία των καταναλωτών», όπως αυτός τροποποιήθηκε με το νόμο 3043/2002, προς προσαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/44).

8.  Ο αγοραστής έχει το δικαίωμα χωρίς επιβάρυνση να απαιτήσει, διόρθωση ή αντικατάσταση, ή να μειώσει το τίμημα, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης, ή να απαιτήσει αποζημίωση. Τα δικαιώματα αυτά μπορεί να τα ασκήσει σε περίπτωση που ο πωλητής ευθύνεται για πραγματικό ελάττωμα, ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του αντικειμένου που πουλήθηκε. Τα δικαιώματα αυτά παραγράφονται μετά από δύο έτη.
Ο πωλητής ευθύνεται για πραγματικό ελάττωμα, ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, αν το αντικείμενο που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση και ιδίως:
i. δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή ή στο δείγμα ή υπόδειγμα που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον αγοραστήii. δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης και ιδιαίτερα για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτόν ειδική χρήσηiii. δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίαςiv. δεν έχει την ποιότητα ή την απόδοση που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο ιδίως της σχετικής διαφήμισης ή της επισήμανσης, εκτός αν ο πωλητής δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει τη σχετική δήλωση.
(άρθρα 534, 540, 543 και 554 του Αστικού Κώδικα, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το νόμο 3043/2002, προς προσαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/44).