Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

ΟΤΑΝ Η ΜΟΙΧΕΙΑ ΗΤΑΝ… ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ


Ποινικό αδίκημα ήταν στη χώρα μας η μοιχεία, δηλαδή η σεξουαλική συνεύρεση του συζύγου με πρόσωπο εκτός γάμου, μέχρι και το 1982, οπότε και το σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ. 357) καταργήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1272/1982.
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους για το πρόσωπο που είχε διαπράξει το τότε αδίκημα της μοιχείας, ενώ απαιτούνταν έγκληση του παθόντος συζύγου. Ωστόσο, στην περίπτωση που υπήρχε ανοχή του παθόντος συζύγου ή διάσταση μεταξύ των συζύγων, η πράξη έμενε ατιμώρητη.
Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι προκειμένου να ισχυροποιηθεί ή και να στοιχειοθετηθεί η έγκληση, απαιτούνταν η επ’ αυτοφώρω σύλληψη των μοιχών, οι οποίοι οδηγούνταν στο αστυνομικό τμήμα ολόγυμνοι, τυλιγμένοι με ένα σεντόνι, προκειμένου να δρομολογηθεί η διαδικασία του αυτοφώρου. Το γεγονός αυτό ενέπλεκε στην «αποκάλυψη» του «εγκλήματος» πολλά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ιδιωτικούς αστυνομικούς («ντέτεκτιβς»), κλειδαράδες ή και ξενοδόχους, ενώ αποτέλεσε τροφή για πλήθος δημοσιευμάτων από τον τύπο με ιδιαίτερα «πικάντικες» λεπτομέρειες.
Το συγκεκριμένο άρθρο του Ποινικού Κώδικα δεν ήταν το πρώτο νομοθέτημα που ποινικοποίησε την μοιχεία. Και ο Ποινικός Κώδικας της Βαυαροκρατίας στο άρθρο 286 είχε συμπεριλάβει τη διάπραξη της μοιχείας στα πλημμελήματα.
Το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με το ν. 1272/1982, στο πλαίσιο της αναμόρφωσης του συνόλου των διατάξεων του Οικογενειακού Δικαίου, παρά τις έντονες αντίθετες κοινωνικές και θρησκευτικές απόψεις που ακούστηκαν. Έκτοτε, η μοιχεία δεν αποτελεί πλέον ποινικά κολάσιμη πράξη.
Στα πλαίσια του Αστικού (Οικογενειακού) Δικαίου, η μοιχεία πλέον έπαψε πλέον να αποτελεί απόλυτο λόγο διαζυγίου, εκτός αν κατατείνει σε ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης.
Η ποινικοποίηση της ως άνω πράξης, που ίσχυσε στο ελληνικό κράτος για πολλές δεκαετίες, συνάντησε, μέχρι την κατάργηση του σχετικού νομοθετήματος, πλήθος υποστηρικτών. Ισάριθμοι είναι και όσοι της άσκησαν κριτική. Ωστόσο, τριάντα χρόνια μετά την κατάργησή της, και σε μία κοινωνία με ανεπτυγμένο το αίσθημα της εμπέδωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυριαρχεί αναντίρρητα η άποψη ότι αν ο κάθε πολίτης δεν ενστερνίζεται και δεν επιθυμεί ο ίδιος να διαφυλάξει το αγαθό τον έγγαμο βίο του, κανένας, ούτε η Πολιτεία, δεν είναι σε θέση να του το επιβάλλει. Η πίστη στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης είναι κάτι που δεν επιβάλλεται, αλλά εμπνέεται.
Άλλωστε, ο διασυρμός τον οποίο δέχονταν όσοι είχαν συλληφθεί επ’ αυτοφώρω να διαπράττουν την ως άνω πράξη και η διαδραμάτιση τραγελαφικών περιστατικών που δεν συμβιβάζεται ούτε με την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ούτε με αυτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρόκειται για ένα θέμα ηθικής και σε καμία περίπτωση νομικής τάξης.     

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ : ΟΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 3500/2006

   Ως κοινωνικό φαινόμενο η ενδοοικογενειακή βία απαντά ανέκαθεν, ως επί το πλείστον σε πατριαρχικές οικογένειες και συνδέεται άρρηκτα με την υποβάθμιση των δικαιωμάτων της γυναίκας και την υπεροχή του άντρα στον κοινωνικό θεσμό της οικογένειας. Ακόμα και σήμερα, που η διακήρυξη της ισότητας των δύο φύλων απηχεί ευρύτατης αποδοχής, δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας. Έτσι, η ανάγκη εποικοδομητικής νομοθετικής παρέμβασης προβάλλει επιτακτική, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον κράτους δικαίου. Στα πλαίσια αυτά, η Ελληνική πολιτεία θέσπισε το νόμο 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία, σε μια αξιόλογη προσπάθεια να παράσχει όλα τα νομικά όπλα για την αποτροπή τέτοιων φαινομένων.
   Εννοιολογικός προσδιορισμός της "οικογένειας"
   Ορίζοντας ο νομοθέτης ως ενδοοικογενειακή βία την τέλεση αξιόποινων πράξεων κατά της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας μελών της οικογένειας, επιχειρεί να προσδιορίσει εννοιολογικά το θεσμό της οικογένειας, που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους.
   Στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια.
   Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στην μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους.
   Προεκτάσεις Αστικού Δικαίου
   Σε πνεύμα διακηρυκτικό, ο νομοθέτης προβαίνει στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου στη ρητή απαγόρευση της άσκησης οποιασδήποτε μορφής βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η ενδοοικογενειακή βία λειτουργεί επίσης ως τεκμήριο ισχυρού κλονισμού του γάμου, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση διαζυγίου. Αναφορικά με την ηθική βλάβη, το άρθρο 5 του ίδιου νόμου αναφέρει ότι η κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος για μία από τις πράξεις του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να είναι κατώτερη των χιλίων (1.000) ευρώ, εκτός αν ο ίδιος ο παθών ζήτησε μικρότερο ποσό.
   Ποινικές Προεκτάσεις
Σωματική βλάβη:    1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους.
   2. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών. Αν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του, τιμωρείται με κάθειρξη.
   3. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου τελέσθηκε σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών και αν η πράξη τελέσθηκε ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους.
   4. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη. Αν το θύμα είναι ανήλικος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.
   5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αντίστοιχα και όταν ο δράστης εργάζεται σε φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, η δε πράξη του στρέφεται σε βάρος προσώπου, το οποίο δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα αυτού.
Ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή: 1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο εξαναγκάζει άλλο μέλος χρησιμοποιώντας βία ή απειλή με σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς το θύμα να υποχρεούται προς τούτο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, ανεξάρτητα από το αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον του ίδιου του θύματος ή κάποιου από τους οικείους του υπό την έννοια της περίπτωσης β' του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα.
   2. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση.
Ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας: 1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προσβάλλει την αξιοπρέπεια άλλου μέλους της, με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο ή έργο που ανάγεται στη γενετήσια ζωή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
   2. Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών μέχρι τριών ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι ανήλικος.
   3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αντίστοιχα και όταν ο δράστης εργάζεται σε φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, η δε πράξη του στρέφεται σε βάρος προσώπου, το οποίο δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα αυτού.
   Στα πλαίσια της βέλτιστης δυνατής προστασίας, ο νομοθέτης προσθέτει στον ίδιο νόμο και διάταξη, με βάση την οποία εκπαιδευτικοί, στων οποιών την αντίληψη θα υποπέσει γεγονός ενδοοικογενειακής βίας, οφείλουν χωρίς καθυστέρηση να ενημερώσουν το διευθυντή του σχολείου.  Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας ανακοινώνει, αμέσως, την αξιόποινη πράξη στον αρμόδιο εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ή στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές των ιδιωτικών σχολείων, καθώς και οι υπεύθυνοι των πάσης φύσεως Μονάδων Προσχολικής Αγωγής.
   Συμπερασματικά, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα νομοθέτημα εξαιρετικά φιλόδοξο, που όμως είναι απαραίτητο να εμποτίσει τη σύγχρονη κοινωνική ζωή ουσιαστικά, εγκαταλείποντας τις στείρες διακηρυκτικές κορώνες και λειτουργώντας αποτελεσματικά, κατακρημνίζοντας περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ικανά να εκμαυλίσουν κάθε εκσυγχρονιστικό βήμα στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη σημερινή εποχή.